Ψυχολογικές επιπτώσεις σε ασθενείς με χρόνιο πόνο

Η ένταση, η διάρκεια και η περιοδικότητα του χρόνιου πόνου επηρεάζουν την ψυχολογική και διανοητική σφαίρα του ατόμου που πάσχει από αυτόν. Η παρατεταμένη του διάρκεια είναι ένας ιδιαίτερα επιβαρυντικός παράγοντας στη διανοητική, ψυχολογική, αλλά και φυσική κατάσταση ενός ατόμου.

Στην αρχική φάση του χρόνιου πόνου, δηλαδή το πρώτο εξάμηνο εμφάνισης του, οι ασθενείς εμφανίζουν συχνά υποχονδρία και υστερία.

Στη συνέχεια σε μία ενδιάμεση φάση, και πιο συγκεκριμένα μεταξύ εξαμήνου και δύο ετών, εμφανίζεται πολύ συχνά κατάπτωση, άγχος, κατάθλιψη, εχθρικότητα, εριστικότητα και μονομανία. Ακόμη , μπορεί να εμφανίσει τάση αυτοκτονίας. Ο ασθενής έχει σταματήσει την εργασία του εξ αιτίας του πόνου, ενώ παραδέχεται πλέον ότι ο πόνος πιθανότατα θα παραμείνει. Πιθανώς να εμφανίσει προβλήματα στις συζυγικές του σχέσεις, να έχει ελαττωμένη σεξουαλική  δραστηριότητα ή να εθισθεί σε οπιοειδή. Παράλληλα, επισκέπτεται συχνά ιατρικό και παραϊατρικό προσωπικό  διαφόρων ειδικοτήτων.

Στην τελική φάση του χρόνιου πόνου (μη καρκινικού), που είναι μετά από δύο με τρία χρόνια, ο ασθενής έχει πλέον μάθει να ζει με τον πόνο του, παρόλο που δεν μπορεί να τον αποδεχθεί. Ήδη έχει βρει άλλη δουλειά, ή επανέλθει στη παλιά του εργασία, έχει σταματήσει την χρήση των οπιοειδών, είναι σεξουαλικά δραστήριος, η διαταραχή του ύπνου είναι μικρότερης έντασης και  δεν είναι ποια καταθλιπτικός.

Εκτός από την φαρμακευτική και ψυχο-υποστηρικτική θεραπεία, έχει αποδειχτεί,ότι ο βελονισμός βοηθά ιδιαίτερα στα άτομα που εκδηλώνουν απότοκες ψυχολογικές επιπτώσεις εξαιτίας του χρόνιου πόνου τους.

Από πολλές μελέτες και από εμπειρία χρόνων φαίνεται, ότι ο βελονισμός βοηθά στην αντιμετώπιση του άγχους, της κατάθλιψης, της κατάπτωσης και της εχθρικότητας αυτών των ασθενών.

Πηγή: «Ο πόνος και η αντιμετώπισή του», Βασιλάκος Δημήτριος, Εκδόσεις Εφύρα, Ιωάννινα, 2008